AΠΟ ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΕΘΕΛΟΝΤΟΥ ΧΙΩΤΗ
Η ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ
ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ
Το μικτόν τάγμα Φιλιακού το από την
αρχήν τού Πολέμου ευρισκόμενον εν
ενεργεία και αποτελούμενον το πλείστον
εξ εθελοντών συντελεσθείσης τής
καταλήψεως τής Μακεδονίας ήλθε προς
την συμπλήρωσιν τού έργου εις Ήπειρον.
Μετασχών τής πολιορκίας τών Ιωαννίνων
διετάχθη μετέπειτα να βαδίση προς
καθυπόταξιν Τουρκαλβανικών χωρίων, οι
κάτοικοι των οποίων ενθαρρυνόμενοι
παρ’ ολίγων Τούρκων χωροφυλάκων και
αρκετών στρατιωτών, ελυμαίνοντο τα
πέριξ χριστιανικά χωρία και παρείχον
πράγματα εις τον πολιορκούντα τα Ιωάννινα
στρατόν μας.
Διερχόμεθα δια του χριστιανικού
χωρίου Κανελάκη, οι ολίγοι κάτοικοι τού
οποίου εκ των πρώτων εξεδίωξαν τούς
κυριάρχους των, εις ο και διανυκτερεύομεν,
την δε επιούσαν λαβόντες ως οδηγόν τον
ιερέα τού χωρίου, άνδρα φιλοπάτριδα και
υπό πολεμικού διαπνεόμενον οίστρου,
εισερχόμεθα εις ευφορωτάτην πεδιάδα
ανήκουσαν εις Αλβανούς Αγάδες και
Βέηδες.
Η πεδιάς περιβάλλεται υπό βουνοσειράς
εις τας υπωρείας τής οποίας πλείστα
χωρία χριστιανικά και μη υπάρχουσιν.
Τα χριστιανικά χωρία διακρίνονται τών
τουρκικών διότι τα πλείστα οικήματα
τών πρώτων εισί κεκαυμένα, τα δε
εναπομείναντα δεν είναι ειμή πτωχαί
καλύβαι.
Την 30 Δεκεμβρίου ευρισκόμενοι εις
Νεμίτσαν έχομεν έναντί μας το χωρίον
Γλυκύ όπου ευρίσκονται οχυρωμένοι είς
λόχος Τούρκων στρατιωτών συνηνωμένοι
μετά πολλών Τουρκαλβανών.
Από πρωίας το συνοδεύον ημάς
πυροβολικόν αραιά βάλλον ενώ ο λόχος
τών ευζωνακιών μας μετά τών ανταρτών
βαδίζουν βραδέως κατά τού εχθρού. Την
2αν μ.μ. γίνεται γενική έφοδος και οι
Τούρκοι αντιστάντες επ’ ολίγου, τρέπονται
προ του σφοδρού πυρός μας εις φυγήν. Η
επίθεσίς μας εγένετο υπό βροχήν ραγδαίαν
και οι άνδρες μας ήσαν ηναγκασμένοι να
διέλθωσι δύο ρεύματα ορμητικά ύδατος
μέχρι γονάτων. Η βροχή διήρκεσε καθ’
όλην την νύκτα και ο στρατός παρέμεινεν
επί του καταληφθέντος λοφίσκου «Αιώνος».
Τας θέσεις μας ετηρήσαμεν και την
επιούσαν την δε πρώτην τού νέου έτους
καταλαμβάνομεν τρεις προς τα πρόσω
λόφους.
Την 2 τρέχοντος περί μεσημβρίαν η
σάλπιγξ σημαίνει το «προχωρείτε» ημείς
δε εκκινούμεν δια διαφόρων οδών κατά
τών Τούρκων οχυρωμένων καλώς εντός
ισχυρών προχωμάτων. Τα ευζωνάκια μας
όμως αφ’ ενός, η ευτολμία τών στρατιωτών
αφ’ ετέρου, οίτινες ήσαν οι πλείστοι
εκ των υποδούλων τών τα μένεα κατά τών
Τούρκων πνεόντων εβάδισαν μετά
παραλογισμού αψηφίσαντες το πυκνόν και
εύστοχον Τουρκαλβανικόν πυρ και ηνάγκασαν
πολύ γρήγορα τους αντιπάλους των να
εγκαταλείψωσι τας θέσεις των και να
ζητήσωσι αλλαχού καταφύγιον.
Την πρωτοπορίαν τού όλου τάγματος
απετέλουν ολίγοι άνδρες ους η ευθαρσία
απεμάκρυνε κατά πολύ τού σώματός των
μόλις από μικράς αποστάσεως καταδιωξάντων
εν μέσω βροχής σφαιρών τούς Τουρκαλβανούς
κρυπτομένους εις ελαιώνας και τους
βράχους, αμυνομένους δε γενναίως και
βήμα προς βήμα το έδαφός των.
Τα ονόματα τών ανδρείων στρατιωτών
μας άξια μνείας αναφέρομεν: Ανδρουλάκης
Εμμ., Αναστασάκης Γ., Γραμματικάκης Νικ.,
Διαμαντάκης Νικ., Καμπανέλλας Αλέξ.,
Νανούρης Νικ., Νόμπελης Λεων., Παπαμάκης,
Πατσιδιώτης Εμμ., Ζαβάρας Δημ., Τσιμόπουλος
Ν. και Χαρδαλαμάκης.
Το σφοδρόν πυρ τών ημετέρων και η
ορμητικότης αυτών ηνάγκασε τους Τούρκους
να εγκαταλείψωσι τας νέας των θέσεις
και εκκένωσαν το χωρίον Χόικα, προτροπάδην
δε και συν γυναιξί και τέκνοις να τραπώσιν
εις φυγήν.
Ημείς όμως ακάθεκτοι συνεχίζομεν
την καταδίωξιν και μη δώσαντες καιρόν
τοις αντιπάλοις να παραμείνωσι εις τα
νέα αυτών προχώματα, υποχρεούμεν αυτούς
να λάβωσι την προς Παραμυθίαν άγουσαν.
Ούτω λοιπόν ατάκτως τών Τούρκων
φυγόντων και διασκορπισθέντων εισερχόμεθα
εις το εκ 300 περίπου συγκείμενον οικιών
χωρίον Γαρδίκι απολύτως Τουρκικόν.
Πλείσται εφοδιοπομπαί ευρέθησαν εν
ταις οικίαις τών Τούρκων αγάδων.
Όρυζα, αραβόσιτος, έλαιον και τροφαί
άφθονοι. Εις πολλάς οικίας υπήρχον
φαγητά εψημμένα τής ώρας, άρτι καίοντες
έτι και το Τουρκικό μπρίκι παρά την
πυράν ατμίζον…
Εν
Γαρδικίω τη 8η Ιανουαρίου
1913
Αλέξ. Καμπανέλλας
[Εφημερίδα
«ΠΑΓΧΙΑΚΗ», 13 Φεβρουαρίου 1913]
Τα Γιάννινα τιμούν τον οπλαρχηγό Μιχάλη Μελαδάκη με τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του!
Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: «Photos from Ioannina»
Αποκαλυπτήρια ανδριάντα του οπλαρχηγού Μιχάλη Μελαδάκη στα Ιωάννινα
«Παιδιά κι' ίντα γινήκανε τση Κρήτης οι γι' αντρειωμένοι;
Μουδέ στσι μέσες φαίνονται, μουδέ στσ' αναμεσάδες.
Την Ήπειρο επήγανε, πήγαν να πολεμήσουν.
Κι' άλλοι ελαβωθήκανε κι' άλλοι εσκοτωθήκαν,
Κρήτη οι γι' αντρειωμένοι σου»
Μουδέ στσι μέσες φαίνονται, μουδέ στσ' αναμεσάδες.
Την Ήπειρο επήγανε, πήγαν να πολεμήσουν.
Κι' άλλοι ελαβωθήκανε κι' άλλοι εσκοτωθήκαν,
Κρήτη οι γι' αντρειωμένοι σου»
[Ριζίτικο τραγούδι, από το αφιέρωμα στο περιοδικό «ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ» του συλλόγου αποφοίτων
της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων, με τίτλο:
«ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 1914
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΛΑΔΑΚΗΣ» ]
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΛΑΔΑΚΗΣ» ]
______________________
Πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο, 25 Μαΐου 2013, στην πόλη μας τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κρητικού οπλαρχηγού Μιχάλη Μελαδάκη που έπεσε το 1914 μαχόμενος για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Στην εκδήλωση παρέστησαν οι τοπικές αρχές, αρκετοί Κρητικοί από τον τόπο καταγωγής του πεσόντα οπλαρχηγού αλλά και αρκετοί Μανιάτες.
Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της οικογένειας του οπλαρχηγού έφεραν μαζί τους χώμα από το πατρικό του σπίτι όπου και γεννήθηκε και το σκόρπισαν στο χώρο που στήθηκε ο ανδριάντας του, για να γίνει ένα με το χώμα της Ηπειρώτικης γης για την οποία έχυσε το αίμα του!
· Ο Μελαδάκης Μιχαήλ του Ιωάννου γεννήθηκε στην Ασή-Γωνιά Χανίων το 1889.
Το 1906 σε ηλικία 17 ετών συμμετείχε ως Εθελοντής στο Μακεδονικό Αγώνα και στο σώμα του Παύλου Γύπαρη .
· Σε ηλικία 23 ετών συμμετείχε ως Υπαρχηγός στο εθελοντικό σώμα του Παύλου Γύπαρη και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-1913 όπου και τραυματίστηκε την 19-10-1912 στη μάχη στο χωριό Καλλιστράτη Κοζάνης.
· Συμμετείχε ως Υπαρχηγός στο Εθελοντικό Σώμα του Οπλαρχηγού Ιωάννου Βρανά κατά την απελευθέρωση της Χίου (11/11 έως 21/12 1912).
· Συμμετείχε στον Ελληνοβουλγαρικό Πόλεμο ως Αρχηγός Εθελοντικού Σώματος υπό τον Γεώργιο Τσόντο Βάρδα (16/06 έως 28/07 1913).
· Συμμετείχε ως Αρχηγός Εθελοντικού σώματος στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα του 1914 σε ηλικία 25 ετών και στην περιοχή Κορυτσάς.
Εφονεύθη μαχόμενος ηρωικά την 24 – 4 - 1914 κατά την μάχη της Νικολίτσας. Η μάχη αυτή αναφέρεται με λεπτομέρεια στον τύπο της εποχής και σε όλα τα βιβλία τα αναφερόμενα στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα του 1914 και τούτο διότι:
α) Η έκβασή της είχε μεγάλη ηθική, ψυχολογική και στρατηγική σημασία και αποτελούσε προπομπό κατάληψης της Κορυτσάς.
β) Συμμετείχαν αρκετοί αντάρτες και από τις δύο πλευρές με εκατέρωθεν απώλειες. Το σύνολο των Αυτονομιακών δυνάμεων ήταν 425 άνδρες και οι απώλειες ήταν: Νεκροί: Ο Οπλαρχηγός Μ.Μελαδάκης, ο Λοχίας Ν.Μπουλούκος και 9 οπλίτες. Τραυματίες: ο Ίλαρχος Β.Μελάς, ο Ανθυπασπιστής Ε.Τζεφριός, οι Οπλαρχηγοί Μ.Τσόντος, Κ.Σερέτης και 23 Οπλίτες.
γ) Προκάλεσε τότε πανελλήνια συγκίνηση λόγω συμμετοχής και τραυματισμού, κατά την μάχη της Νικολίτσας, του Ίλαρχου Βασίλη Μελά, αδελφού του Παύλου Μελά.
Πάσχα στα παλιά Γιάννινα
Από το ιστολόγιο: e-Γιάννινα - Μια άλλη ματιά στην πόλη των θρύλων και των παραδόσεων
Του Δημητρίου Κοράκη
[Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημ. Κοράκη «Ιστορίες από τα παλιά Γιάννινα»]
![]() |
| Πάσχα του 1900 Φωτογραφία του Απόστολου Βερτόδουλου, τραβηγμένη στη οδό Μητροπόλεως. |
Η ζωντάνια αυτή οφείλονταν στις προετοιμασίες όλων των κατοίκων της πόλης και της γύρω περιοχής για την Πασχαλιά, που έρχονταν.
Οι κάτοικοι της πόλης γέμιζαν τους δρόμους της και ιδιαίτερα τους δρόμους της αγοράς για τις προμήθειες τους και για ότι άλλο ήταν απαραίτητο για τις άγιες μέρες του Πάσχα, καθώς και οι χωριάτες με τα ζωντανά τους, οι οποίοι έφερναν την πραμάτεια τους κι αφού την πουλούσαν αγόραζαν τα απαραίτητα για το σπίτι
Αυτό γίνονταν και στη γειτονιά μου του Αη-Γιώργη του Νεομάρτυρα, οι άντρες συνέχιζαν τις δουλειές τους κι έφερναν στα σπίτια τους τα απαραίτητα για τις αυξημένες ανάγκες της Πασχαλιάς, ενώ οι γυναίκες άρχιζαν μια-δυο βδομάδες γρηγορότερα την καθαριότητα των σπιτιών, για να έχουν το Μεγαλοβδόμαδο τις λιγότερες δουλειές σ’ αυτά, για να κάνουν τα κουλούρια, να βάψουν τ’ αυγά και να ετοιμάσουν τα φαγητά των ημερών του Πάσχα.
Έτσι έδιναν στον καλαντζή τα χαλκώματα (σινιά, ταψιά, κατσαρόλες) για καλάισμα κι αγόραζαν από τον πλανόδιο άσβεστα κομμάτια ασβέστη, τον οποίον «έσβηναν» σε μεγάλους τενεκέδες ή τσίγκινους κουβάδες.
Με τον ασβέστη αυτόν σιρμπέτωναν (ασβέστωναν) με τη βούρτσα τις φάτσες των σπιτιών, τους μαντρότοιχους, τα μαγειρεία, τα πεζούλια, τα χαγιάτια κι αν ήταν σχετικά καλός ο καιρός άσπριζαν και τους τοίχους του καθιστικού δωματίου, του μαντζάτου, που λέγαμε τότε.
Με το ασβέστωμα αυτό οι φάτσες των ισόγειων κυρίως σπιτιών της φτωχικής σχετικά γειτονιάς άστραφταν κι έδιναν μια λαμπρή γιορτάσιμη εικόνα, όπως ταίριαζε στις μέρες του Πάσχα.
Η γειτονιά του Άη-Γιώργη πεντακάθαρη, μέσα στα σπίτια κι έξω απ’ αυτά, όπως άλλωστε και όλες οι γειτονιές της τότε πόλης μας, περίμενε να γιορτάσει πρώτα το Σάββατο την Ανάσταση του Λαζάρου κι ύστερα την Κυριακή των Βαΐων.
Αυτή την εβδομάδα προ των Βαΐων οι χωριάτες με τα γαϊδούρια τους έφερναν φορτώματα μυρωδάτη δάφνη και σε δεμάτια την τοποθετούσαν στα πεζούλια κυρίως του περιβόλου του καφενείου στο Γυαλί-Καφενέ, που έπαιρνε μια ξεχωριστή ευωδιαστή μορφή μ’ αυτούς, που την πουλούσαν κι αυτούς που την αγόραζαν.
Ήταν πολλοί εκείνοι, που αγόραζαν δάφνη, την οποία στη συνέχεια τη δώριζαν στην εκκλησία της συνοικίας ή της γειτονιάς τους για το καλό των σπιτιών τους.
Από τα χαράματα σχεδόν του Σαββάτου του Λαζάρου ξυπνούσε η γειτονιά από τα λυπητερά τραγούδια των παιδιών των γύρω χωριών και ιδιαίτερα του Περάματος, που με τη συνοδεία των μπρούτζινων κουδουνιών τους έλεγαν «το Λάζαρο» αρχίζοντας σε κάθε σπίτι με το «Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια…».
Αυτά σε γέμιζαν με μελαγχολία και θλίψη γιατί ακούγονταν σαν μοιρολόγια, όλοι όμως άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών τους στα παιδιά με καλοσύνη για το έθιμο και για το καλό και με ευχαρίστηση έδιναν χρήματα σ’ αυτά.
Το ρεπερτόριο των παιδιών σε τραγούδια του Λαζάρου ήταν μεγάλο, γι’ αυτό όταν τοποθετούσαν την τετράγωνη σανίδα στολισμένη με δάφνη και με τα τέσσερα κουδούνια συνήθως στο ξύλινο σκόπι, για να τα κουνάνε ρυθμικά κι ο ήχος τους να συνοδεύει το τραγούδι, ρώταγαν τις νοικοκυρές ποιο τραγούδι θέλουν.
Έτσι άκουγες τραγούδι για το μωρό παιδί, για τον ξενιτεμένο, για το κορίτσι της παντρειάς, για το μαθητή του σχολείου, όπως γίνονταν τότε στο σπίτι μας, που τρία από τα παιδιά αυτού ήμασταν μαθητές.
Την Κυριακή των Βαΐων οι περισσότεροι γείτονες πηγαίναμε στην εκκλησία, με προτίμηση την εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, όπου μετά το τέλος Της θείας λειτουργίας μας μοίραζαν κλωνάρια δάφνης, με τα οποία εμείς τα παιδιά χτυπούσαμε το ένα το άλλο στα πόδια, γιατί έτσι ήταν το έθιμο και λέγαμε το «Πούν’ τα βάγια σου καλέ;».
Τα χτυπήματα αυτά με τα βάγια στα πόδια πονούσαν πολλές φορές πολύ, γιατί τα μεν κορίτσια φορούσαν φουστάνια ή φούστες, τα δε αγόρια κοντά πανταλόνια κι έτσι τα πόδια λίγο πάνω από τα γόνατα και μέχρι τα παπούτσια ήταν γυμνά.
Οι παλιές Γιαννιώτισσες νοικοκυρές έβαζαν τα βάγια στα εικονίσματα των σπιτιών για το καλό και τα χρησιμοποιούσαν για το ράντισμα, όταν είχαν αγίασμα από τα Θεοφάνεια ή όταν έκαναν στα σπίτια τους αγιασμό. Επίσης τα χρησιμοποιούσαν σε διάφορα φαγητά, αν τύχαινε δε την άλλη χρονιά των Βαΐων να περισσέψουν δεν τα πέταγαν, αλλά τα έκαιγαν στη γωνιά του μαγειρείου και τη στάχτη τη ρίχνανε στο χώμα της αυλής με τα λουλούδια για να ψοφάνε τα σκουλήκια της γης.
Μπαίνοντας η Μεγάλη Εβδομάδα όλη η γειτονιά μοσχοβολούσε από τα ψημένα κουλούρια στο φούρνο του κυρ’ Αλέξη, ο οποίος φούρνιζε και ξεφούρνιζε λαμαρίνες και μεγάλα ταψιά που πήγαιναν οι νοικοκυρές της, γιατί όλες σχεδόν τα έφκιαναν το πρώτο τριήμερο του Μεγαλοβδόμαδου.
Μετά το ψήσιμο τα έβαζαν σε καλαθένιες κονίστρες, αφού έστρωναν πρώτα λαδόκολλες, σε μια σκέτα και στην άλλη ζαχαρωμένα. Τα δεύτερα τα άλειφαν πρώτα με ροδόνερο (γκιουλς) και μετά έριχναν την κοπανισμένη ζάχαρη. Τις δυο αυτές μεγάλες σχετικά κονίστρες τις τοποθετούσαν στα εντοιχισμένα κυρίως ντουλάπια του σπιτιού τους για το Πάσχα.
Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα αυγά. Αυτά τα έβαφαν σε μια χάλκινη κατσαρόλα, που δεν θα τη χρησιμοποιούσαν για μαγείρεμα, αφού είχαν ρίξει στο νερό της την κόκκινη μπογιά και μπόλικο αψύ ξύδι, για να μη ξεβάφουν.
Μετά το βάψιμο τα κατακόκκινα αυτά αυγά τα γυάλιζαν με βαμπάκι ή καθαρό πανί βουτηγμένο σε λίγο λάδι και τα τοποθετούσαν σε μικρές κονίστρες έτοιμα κι αυτά για το Πάσχα.
Την ίδια μέρα έβαφαν κι ένα αυγό «μεγαλοπεφτίσιο», δηλαδή αυγό, που γένναγαν οι κότες εκείνη την ημέρα.
Όλες οι νοικοκυρές της γειτονιάς του ‘Αη-Γιώργη φρόντιζαν να βρουν ένα τέτοιο αυγό, κι αν αυτές δεν είχαν κότες ή οι κότες τους δεν γεννούσαν έβρισκαν στα μποστάνια της γειτονιάς, τα οποία είχαν περισσότερες κότες.
Το αυγό αυτό το έβαφαν ξεχωριστά και το έβαζαν στα εικονίσματα του σπιτιού τους κάνοντας μ’ ευλάβεια το σημείο του Σταυρού.
Απ’ αυτά έπαιρναν το περσινό κόκκινο αυγό, που είχε μείνει ολόκληρο το χρόνο χωρίς να έχει πάθει τίποτα και χωρίς να έχει μυρίσει, απλώς ο κρόκος και το ασπράδι σώνονταν, γι’ αυτό κι ήταν ελαφρύ και το πέταγαν στη Λίμνη κατεβαίνοντας στην άκρη αυτής κάτω από τα μποστάνια.
Τη βαφή των αυγών την κράταγαν οι νοικοκυρές στην κατσαρόλα σαράντα μέρες και κατά το διάστημα αυτό έβαφαν κι άλλα αυγά, αν δεν έφταναν αυτά, που είχαν βάψει τη Μεγάλη Πέμπτη. Ύστερα από τις σαράντα μέρες την έχυναν σε μια άκρη του κήπου του σπιτιού και σε μέρος που να μην πατιέται.
Μετά από νηστεία ημερών το πρωί της Μ. Πέμπτης πολλοί γειτόνοι και κυρίως τα παιδιά της γειτονιάς πηγαίναμε στην εκκλησία για να μεταλάβουμε, αφού παίρναμε την ευχή των μεγάλων του σπιτιού μας.
Και το βράδυ της Μ. Πέμπτης ήταν αρκετοί εκείνοι, που πηγαίναμε στην εκκλησία για ν’ ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και ιδιαίτερα τη σταύρωση του Κυρίου, κατά την οποία μερικές παλιές γειτόνισσες έραιναν το Σταυρό με γκιουλς, που μόνες τους είχαν βγάλει από τα ήμερα τριαντάφυλλα του κήπου τους την περίοδο της ανθοφορίας αυτών.
Το απόγευμα της μέρας αυτής πολλά παιδιά της γειτονιάς μαζεύαμε λουλούδια σε καλάθια ή κονίστρες για τον Επιτάφιο του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, τα οποία τα πηγαίναμε εκεί και τα τοποθετούσαμε σε τσίγκινους κουβάδες με νερό, με τη βοήθεια των επιτρόπων και του κράχτη της εκκλησίας, για να είναι φρέσκα το πρωί της επόμενης μέρας.
Όλοι δίνανε με προθυμία και ευχαρίστηση λουλούδια, που είχαν στους μπαξέδες τους, γιατί μπορεί τα σπίτια της γειτονιάς του ‘Αη-Γιώργη να ήταν τα περισσότερα χαμηλά και φτωχικά είχαν όμως κήπους με ωραία και με μεγάλη ποικιλία λουλούδια, που όταν άνθιζαν μοσχοβολούσε ολόκληρη κι ήταν χαρά Θεού.
Τα λουλούδια της εποχής ήταν τα ζουμπούλια, τα γραβάνια, οι κρίνοι, το κάρποτο, οι σιρμενεξέδες (βιολέτες) και άλλα.
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία κι ενώ μεγάλα κυρίως κορίτσια στόλιζαν με μεράκι τον Επιτάφιο του Αγίου Νικολάου, οι άλλοι παρακολουθούσαμε με κατάνυξη τη θεία λειτουργία
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έφερναν τον ανθοστόλιστο Επιτάφιο στο μέσον της εκκλησίας και οι ιερείς τοποθετούσαν την κεντημένη εικόνα της ταφής του Κυρίου σ’ αυτόν, ενώ τον έραναν με γκιουλς, όπως έκαναν και μερικές γειτόνισσες.
Στο τέλος περνάγαμε όλοι και ασπαζόμασταν ευλαβικά την παραπάνω εικόνα και τα παιδιά περνούσαμε σταυρωτά και κάτω από τον Επιτάφιο.
Το βράδυ πάλι πηγαίναμε στην εκκλησία με τις κόκκινες λαμπάδες και παρακολουθούσαμε τη λειτουργία και την περιφορά του Επιταφίου με κατάνυξη και ευλάβεια.
Η περιφορά του Επιταφίου στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων μεταπολεμικά γίνονταν στον περίβολο της εκκλησίας, ενώ λένε ότι, προ του πολέμου του 1940 γίνονταν και στο νεκροταφείο της.
Όλη η μέρα του Μεγάλου Σαββάτου πέρναγε με τις τελευταίες ετοιμασίες για το Πάσχα και το βράδυ οι περισσότεροι γείτονες πηγαίναμε με τα γιορτινά μας και τις άσπρες λαμπάδες στην πιo πάνω εκκλησία, όπου κάτω από τις χαρμόσυνες καμπάνες της κάναμε Ανάσταση.
Η επιστροφή στα σπίτια της γειτονιάς μας γίνονταν με χαρά κι όλοι οι γείτονες ανταλλάσσαμε ευχές για Καλό Πάσχα, ενώ με προσοχή να μη σβήσουν από το ανοιξιάτικο αεράκι μεταφέραμε τις αναμμένες λαμπάδες σ’ αυτά.
Αυτό γίνονταν για να κάνουμε με την κάπνα τους στο πάνω μέρος της εξώπορτας του σπιτιού το σημάδι του Σταυρού και ν’ ανάψουν οι νοικοκυρές το καθαρό και γεμάτο με λάδι καντήλι, που είχαν στα εικονίσματα του καθιστικού δωματίου με το άγιο φως της Ανάστασης του Θεανθρώπου, για το καλό του σπιτιού.
Ύστερα όλες οι οικογένειες κάθονταν γύρω από το αναστάσιμο τραπέζι κι έτρωγαν τη μυρωδάτη μαγειρίτσα, τσούγκριζαν τα κόκκινα αυγά, ανταλλάσσοντας ευχές και δοκίμαζαν με ευχαρίστηση τα Γιαννιώτικα ζαχαρωμένα πασχαλινά κουλούρια.
Την Κυριακή του Πάσχα και πλησιάζοντας το μεσημέρι όλοι στη γειτονιά του Αη-Γιώργη ετοίμαζαν το λαμπριάτικο τραπέζι και γύρω του κάθονταν οι χαρούμενες φαμίλιες κι έτρωγαν το ψημένο αποβραδίς στο φούρνο του κυρ-Αλέξη αρνί, γιατί εκείνο τον καιρό, μετά την ξενική κατοχή περίπου, λίγοι ήταν εκείνοι, που έψηναν στη σούβλα τα’ αρνί.
Το πασχαλινό τραπέζι είχε και σαλάτες της εποχής, τυριά και φαγητό με συκωτάκια, γαρδούμπες, φρέσκα κρεμμυδάκια και μυρωδικά, καθώς και καλό σπιτίσιο κρασί.
Τελείωνε δε το μεσημεριανό φαγητό με το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και ευθυμίας, τόσο που οι μεγάλοι έπαιρναν και κανένα Γιαννιώτικο ή ελαφρό τραγούδι της εποχής.
Το απόγευμα όλη η γειτονιά, αλλά και οι κάτοικοι των γύρω συνοικιών, συγκεντρώνονταν στο σπίτι του Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου απ’ όπου ξεκίναγε η πομπή για τον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων με την εικόνα της Ανάστασης όπου φτάνοντας εκεί γίνονταν η λειτουργία της Δεύτερης Ανάστασης, όπως έλεγαν, και διαβάζονταν το Ευαγγέλιο της ημέρας σε μερικές ξένες γλώσσες.
Στη λιτανεία προηγούνταν τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα, ακολουθούσαν οι ψαλτάδες, οι παπάδες, που κρατούσαν στα χέρια τους διάφορες εκκλησιαστικές εικόνες, έχοντας στο μέσον την εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου και τέλος το πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί στο εκκλησάκι του Άη-Γιώργη.
Όλοι κράταγαν στα χέρια τους τις άσπρες αναστάσιμες λαμπάδες αναμμένες και περπατώντας απολάμβαναν το πράσινο με τα αγριολούλουδα, που υπήρχε απ’ εδώ και από κει στη διαδρομή, που τότε είχε ελάχιστα κτίσματα.
Το έθιμο αυτό σήμερα δεν γίνεται και οι παλιοί Γιαννιώτες Αγιοργήτες το θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία, μελαγχολώντας για το χαμό αυτού και άλλων εθίμων των παλιών Γιαννίνων, που φύγανε.
Από την ημέρα του Πάσχα μέχρι τη μέρα της γιορτής της Αναλήψεως του Χριστού όλοι τότε οι παλιοί Γιαννιώτες αντί άλλου χαιρετισμού έλεγαν το «Χριστός Ανέστη» και το «Αληθώς Ανέστη».
Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα κυρίως άρχιζαν οι επισκέψεις στα συγγενικά, φιλικά και γειτονικά σπίτια και όλοι δίνανε την «πασχαλίτσα» σε μικρούς και μεγάλους.
Όλα τα παιδιά της γειτονιάς πηγαίναμε στα παραπάνω σπίτια με πρώτο του νουνού ή της νουνάς έχοντας στα χέρια μας τις καθαρές κατάλευκες πετσέτες φαγητού, στις οποίες μας έβαζαν τις «πασχαλίτσες» που ήταν: κόκκινα αυγά, κουλούρια, ζαχαρωτά, σοκολατάκια και ζαχαρομπιρμπλιά διαφόρων χρωμάτων.
Μια ωραία περιγραφή της πόλης των Ιωαννίνων από έναν Χιώτη εθελοντή Μπιζανομάχο!
Την επομένην εισερχόμεθα περί την
3ην μ.μ. εις την πόλιν
εκτελέσαντες μεγάλην εκκαθαριστικήν
προς τ’αριστερά κίνησιν.
Μας υποδέχονται με το τοπικόν ιδίωμα
«καλώς ορίσαταν, καλώς ορίσαταν ορέ
παιδία», περιποίησις μεγάλη, φωναί,
ζήτω, αλλαλαγμοί.
Αυτήν την στιγμήν καθισμένος στην
ιδίαν στρογγυλήν σκηνήν με γραφείον
ένα κιβώτιον τών πολυβόλων έχω απάναντί
μου ένα θαυμάσιον θέαμα, διότι ως και
άλλοτε σού έγραφα η χώρα δεν στερείται
φυσικών καλλονών.
Η λίμνη εις απόστασιν χιλιομέτρου
απλώνει τα γαλανά της νερά ήσυχα ήσυχα.
Τόσον απαλά ώστε να χύνη και στης ψυχές
μας μια γαλήνη και να μας κάμνη να
ονειροπωλώμεν. Μέσα της αντικατοπτρίζει
ένθεν μεν τους υψηλούς και χιονοσκεπείς
τής Ηπείρου γίγαντας ένθεν δε την
ιστορικήν νησίδα και την πόλιν τών
Ιωαννίνων περιεζωσμένην με το φρούριον
τού Αλή Πασσά.
Κατακαϋμένη λίμνη! Τι μυστήρια έχεις
κρύψη στο βάθος σου! Αντιπροσωπεύεις
ένα μικρό Γιλδζ* επί Αλή Πασσά. Και εκεί
στο ωραίο σου νησάκι ένα λευκό σπητάκι
αν και κατάλευκο μοιάζει σαν κοιλίς.
Αυτού ωργίαζε το τέρας και αυτού μέσα
πάλιν παρέδωκε την μιαράν του ψυχήν.
Εκεί επάνω στο αντικατοπτριζόμενον
φρούριον ας έχη γαίαν ελαφράν. Εκεί εν
μέσω τών απείρων πυρομαχικών σου, αγρία
ψυχή τού Αλή πασά, ευρέ την ησυχίαν
πλέον. Όσον και αν φρυάξης ο Θεός τού
Ισλάμ δεν υπάρχει πλέον δια σε. Η
ημισέληνος δεν θα κυματίση ποτέ πλέον
επί των επάλξεων τών ημικατεστραμμένων
κάστρων σου και τα οξυδωμένα πυρομαχικά
σου θα μείνουν αυτού αντιπροσωπεύοντα
την αγρίαν και απολίτιστον εποχήν σου.
(Εύρομεν ενταύθα τα πυρομαχικά τού Αλή
Πασά, μπάλες διαφόρων μεγεθών αμέτρητες).
Και θα έχης σύντροφον τής βαθείας νυκτός
τον νεώτερον αδελφόν σου τον Τζαβήν
μπέην δια να σου διηγείται τα άθλα τών
αθλίων γιουνανλήδων, των Μεγάλων Ελλήνων!
__________________
* Γιλντίζ: Περίτεχνο Ανάκτορο στην Κωνσταντινούπολη που βρίσκεται χτισμένο στο ομώνυμο πάρκο.
Απομνημονεύματα εθελοντών Μπιζανομάχων από την Χίο
Λάβαμε σήμερα ένα πολύ ενδιαφέρον μήνυμα από τη μακρινή και πανέμορφη Χίο με σπάνιο και πολύ σημαντικό ιστορικό υλικό από την περίοδο των αγώνων για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Ηπείρου που προέρχεται από επιστολές και προσωπικά ημερολόγια εθελοντών Μπιζανομάχων που κατάγονταν από τη Χίο.
Ευχαριστούμε θερμά τον φιλόλογο καθηγητή κ. Λεωνίδα Πυργάρη για το υλικό που μας έστειλε και το οποίο δημοσιεύουμε με μεγάλη μας χαρά.
_____________________________________________________
Προς:
Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου
ΙΩΑΝΝΙΝΑ
ΙΩΑΝΝΙΝΑ
Αξιότιμε συνάδελφε δάσκαλε,
Σας αποστέλλω επιστολές Χιωτών
στρατιωτών (παραθέματα 1-4) από το Μέτωπο
τής Ηπείρου (1912-13),
οι οποίες αποτυπώνουν
τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες εκείνου
τού πολέμου: δριμύ ψύχος, δύσβατο και
απροσπέλαστο έδαφος, δυσκολία κάλυψης
τών επισιτιστικών αναγκών τού στρατού.
Συγχρόνως μέσα από τις επιστολές
διακρίνεται το υψηλότατο ηθικό φρόνημα
τών στρατιωτών και η πεποίθηση για την
τελική επικράτηση.Ακόμα παραθέτουμε άρθρο (παράθεμα 5) τής Εφημερίδας «ΠΑΓΧΙΑΚΗ» τής 10/2/1913, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά τα οχυρωματικά έργα τού Τουρκικού στρατού στην περιφέρεια τών Ιωαννίνων, όπως τα παρουσίαζε τότε η Αγγλική Εφημερίδα Daily Telegraph, της οποίας τη σχετική δημοσίευση αναδημοσίευσε η χιώτικη εφημερίδα. Είναι αξιοσημείωτη η πεποίθηση τής Αγγλικής εφημερίδας, δέκα μέρες πριν την τελική επίθεση στο Μπιζάνι, ότι τη νίκη θα κερδίσουν τα ελληνικά όπλα, παρά τη συντριπτική υλική υπεροπλία τών Τούρκων. Τη βεβαιότητά του για την επικείμενη νίκη τών Ελλήνων στο Μπιζάνι στηρίζει το Αγγλικό έντυπο αφενός στις στρατηγικές ικανότητες τού στρατηγού Σαπουντζάκη και αφετέρου στις αλλεπάλληλες νίκες που είχε μέχρι τη στιγμή εκείνη καταγάγει ο ελληνικός στρατός καθώς και στο ακμαιότατο ηθικό του!
Επίσης στο παράθεμα 6 παρουσιάζουμε τις επίσημες ανακοινώσεις τής Αθήνας μετά την κατάληψη τών Ιωαννίνων καθώς και την απήχηση που είχε η άλωση τής πρωτεύουσας τής Ηπείρου σε άλλες ελληνικές πόλεις αλλά και στο εξωτερικό.
Το παράθεμα 7 είναι μία επιστολή τού στρατιώτη Αιμίλιου Χ. Καρούσου προς τον πατέρα του, η οποία αποτυπώνει παραστατικά τις κάθε είδους δυσκολίες (εδάφους, καιρικών συνθηκών, επισιτιστικές) τού Ηπειρωτικού πολέμου αλλά ταυτόχρονα και την ακατάβλητη αντοχή, ψυχική και σωματική, εκείνης τής ένδοξης και ηρωικής γενιάς!
To παράθεμα 8, - το οποίο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο τού Γ. Θ. Φεσσοπούλου, ανθυπολοχαγού τότε στις επιχειρήσεις τής Ηπείρου και αυτόπτη μάρτυρα και πρωταγωνιστή τών γεγονότων – παρέχει εικόνα αναλυτική τών οχυρωματικών έργων τού τουρκικού στρατού στην ευρύτερη περιφέρεια τών Ιωαννίνων. Επίσης παρέχεται εικόνα τών συνθηκών πολέμου και διαβίωσης τών πολεμιστών κατά τη μάχη τής 7ης Ιανουαρίου, καθώς και συγκεκριμένα περιστατικά αυτοθυσίας και ηρωισμού.
Στο παράθεμα 9 ο Γ. Θ. Φεσσόπουλος αναφέρεται αναλυτικά στην τελική επίθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1913, περιγράφει λεπτομερώς τη μάχη και τις δυσμενείς της συνέπειες για τους Τούρκους και αποτιμά το μέγεθος τής ελληνικής νίκης.
Τέλος, στο τελευταίο παράθεμα, το 10ο, γίνεται αναφορά από τον ίδιο απομνημονευματογράφο στις σκληρές συνθήκες εδάφους και καιρού που επικρατούσαν στην περιοχή τής Μανωλιάσσας, και στο ηθικό τών στρατιωτών. Επίσης παρουσιάζονται μάχες σ’ εκείνη την περιοχή.
Χίος: Απρίλιος 2013
Επιμέλεια:
Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος Καθηγητής
MIA EΠΙΣΤΟΛΗ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ
1) MIA EΠΙΣΤΟΛΗ
ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ
Ο στρατός τής Κατοχής τής γλυκειάς
μας πατρίδος, ο διατρέξας τα μακεδονικά
πεδία ένδοξος και νικηφόρος και
κατατροπώσας ούτω τον Τούρκον και
εξαφανίσας αυτόν από της πολυπαθούς
Μακεδονίας, μας αφήκε και εδώ πολλάς
αναμνήσεις.
Ουδέποτε πιστεύω θα λησμονήσωμεν
οι Χίοι την γενναίαν ψυχήν τών μαχητών
τού Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών,
οι οποίοι ήλθον εδώ και μας ηλευθέρωσαν
χύσαντες μετά και άλλων συναδέλφων των
το αίμα των δια την ελευθερίαν μας.
Έτυχε εις το διάστημα τής παραμονής
ενταύθα τού στρατού τής Κατοχής να
γνωρίσω έναν λοχίαν εξ Αθηνών, ανήκοντα
εις τα πολυβόλα, λεβεντόπαιδο πρώτης,
με καρδιά, ψυχή, φρόνημα και χαρακτήρα
σπάνια. Είνε παλληκαράκι ακόμη, μόλις
20 ετών και έχει λάβει στρατιωτικόν
έπαινον δια την επίδοσίν του εις τα
πολυβόλα. Όλοι τον αγαπούν και τον
εκτιμούν και ιδία ο Συνταγματάρχης του,
ο αρχηγός τής Κατοχής.
Μου έλεγεν κατά την αναχώρησίν του
απ’ εδώ με τον στρατόν μαζί «Αγαπητέ
Κ… ποτέ δεν θα λησμονήσω την ωραίαν
Χίον, πάντοτε θα την ενθυμούμαι, και
πάντοτε παν το Χιακόν θα μου ενθυμίζη
τας ωραίας και ευτυχείς ημέρας που
περάσαμε στην Χίον. Θα σου γράφω, φίλε
μου, πάντοτε, οσάκις έχω καιρόν, από την
Ήπειρον».
Εγώ επερίμενα ανυπομόνως ειδήσεις
του. Κάθε φορά που ήρχετο το Ταχυδρομείον,
επήγαινα κ’ ερωτούσα αν έχω κανένα
γράμμα.
Τέλος προχθές ανέπνευσα. Έλαβα μίαν
επιστολήν από το στρατόπεδον τής Ηπείρου
υπό ημερομηνίαν 2 Ιανουαρίου. Εκ της
επιστολής αυτής αποσπώ τα ακόλουθα
εμφαντικά τής μεγάλης και ευγενούς
ψυχής τού λεβέντη Έλληνος υπαξιωματικού.
______________________________________________
2
Ιανουαρίου 1913
Αγαπητέ μοι Κ…
Πλησιάζομεν να φθάσωμεν εις το
Μπιζάνι. Είμαι πολύ ενθουσιασμένος που
θα πάμε να ελευθερώσωμε τα δοξασμένα
και πολύπαθα Γιάννενα. Χθες είχαμε
φαγητόν και εφάγαμε εις υγείαν τής
μυριπνόου και αλησμονήτου Χίου μας.
Είμαι ξαπλωμένος στο βάθος μιας
μικράς στρογγύλης σκηνής από δύο
αντίσκηνα. Βαδίζομεν προς το Μπιζάνι.
Εάν μεταβώμεν εις την Μεραρχίαν μας
ήτις κατέχει το μέσον του μετώπου,
μετατοπισθείσα χθες θα γίνωμεν θεαταί
μιας τών μεγαλυτέρων επιθέσεων τής
νεωτέρας εποχής, καθότι αι δυνάμεις μας
θα ανοιχθούν εις μήκος 15 χιλιομέτρων.
Φαντασθήτε μεγαλοπρέπεια πολεμικού
θεάματος και εκεί κάπου ο ρυθμικός
κρότος τών πολυβόλων μας θα χάνεται από
τον εκκωφαντικόν κρότον 400 οβίδων (ως
υπολογίζεται ριπτομένων κατά 1 λεπτόν).
Πέριξ ακούει κανείς ένα πανηγύρι,
βασιλεύει απ’ άκρου εις άκρον μία
ευθυμία απερίγραπτος, διότι σήμερον
κατά την αναχώρησίν μας εμοιράσθη
αρκετόν κονιάκ και έτσι τώρα σε όλον
τον δρόμο γίνεται ένα πανδαιμόνιον από
«Χιώτισσες μικρές παπαδοπούλες» και
«Ζιχνήδες που γένηκαν κουρέλι κ.τ.λ.
κ.τ.λ.
Βλέπετε η Χίος είναι η ζωηρωτέρα των
αναμνήσεών μας ακόμη. Τι δε να πω για με
που διαρκώς σας έχω στο μυαλό μου; Διαρκώς
νομίζω πως είμαι εν ονείρω και δεν θέλω
ακόμη να πιστεύσω ότι έφυγα από το ωραίο
νησί σας δια παντός.
Αυτήν τη στιγμήν κάποιος μίμος έκαμε
και τον περίφημον Φραγκόπουλον καθ’
ην στιγμήν απήγγελλεν στίχους εις την
παραλίαν και εγέλασα με την καρδιά μου.
Ήθελα να γράψω περισσότερα αλλά
γράφω με το πλευρόν και πιάστηκε η
ωμοπλάτη μου. Με την ελπίδα ότι θα σε
επανίδω κάποτε.
Σε φιλώ
Ο φίλος σου
Γ. Π. Δ.
[Εφημερίδα «ΠΑΓΧΙΑΚΗ», Ιανουάριος 1913]
ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ
3) ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ
Πώς έγινεν η επίθεσις. –Οι στρατιώται
μας ορμούν ως λέοντες. –Τα κανόνια τού
Αλή Πασά. –Μία ωραία περιγραφή τών
Ιωαννίνων.
___________________________
ΙΩΑΝΝΙΝΑ 28 Φεβρουαρίου 1913
Αγαπητέ μου Κ…
Επί τέλους οι κόποι και αι κακουχίαι
ετελείωσαν. Εκείνο όπερ εθεωρούμεν
όνειρον έγινε πραγματικότης, και με
μεγάλην μου χαράν σού γράφω από τα
Ιωάννινα.
Τώρα σού γράφω ολίγας λέξεις περί
της γενικής επιθέσεως και της καταλήψεως
τών Ιωαννίνων.
Ο ελευθερωτής τής αγαπητής Χίου
στρατός επέπρωτο να εισέλθη πρώτος εις
την Ηπειρωτικήν πρωτεύουσαν. Ένα βράδυ
έξαφνα, ύστερα από ένα άγριο και μανιασμένο
βορρηά και μια πανδαισίαν χιόνος,
ελαμβάνομεν την διαταγήν, ότι την
επομένην εγκαταλείποντες το χωρίον
Κοπάνι (κάτωθεν υψωμάτων Μανωλιάσης
και Προφήτου Ηλία) θα εκάμνομεν κυκλωτικήν
κίνησιν προς κατάληψιν Τσούκας και
Αγίου Νικολάου.
Πρωί πρωί εκινήσαμεν και διαβαίνοντες
τοποθεσίας αγρίου μεγαλείου εφθάσαμεν
αργά την εσπέραν εις χωρίον Τσαρίτσαιναν.
Αλλά τι να σου ειπώ. Οδός δεν υπήρχε, η
χιών κρυσταλλωμένη εις το έδαφος μάς
έκαμνεν να πίπτωμεν εις έκαστον βήμα.
Τα ζώα ήσαν μαρτύριον κινδυνεύοντα ανά
πάσαν στιγμήν να χαθούν εις βαθείας
χαράδρας. Τίποτε το καλόν δεν προοιωνίζετο
η πορεία εκείνη.
Την νύκτα εκοιμήθημεν ή μάλλον
εξενυκτήσαμεν πέριξ μεγάλων πυρών, λόγω
τού υπερβολικού ψύχους.
Ελησμόνησα να σου γράψω ότι την
ημέραν αυτήν παρέστημεν θεαταί
μεγαλοπρεπούς θεάματος. Ισχυρός βορράς
εις τας κορυφάς τού χιονοσκεπούς Ολύτσικα
πνέων εγένετο αίτιος χιονοστροβίλων.
Φαντάσου να βλέπης εις ύψος μεγάλον
λευκόν όγκον κινούμενον ακριβώς ως οι
ανεμοστρόβιλοι τής ξηράς.
Την επομένην 19ην
εβαδίσαμεν μέχρι τής 3ης
απογευματινής και εμείναμεν εν αναμονή
εις τι χωρίον Μαουσσούς μέχρι τής 7ης
εσπερινής. Ήδη είχομεν υπερβή κατά το
ήμισυ τον περίφημον Ολύτσικα, δεν έμενε
πλέον ή μικρόν μέρος και έπειτα μία
μικρά πεδιάς, αφ’όπου βαδίζοντες έδει
λίαν πρωί να εκάμνομεν επίθεσιν δια της
λόγχης κατά των υψωμάτων Αγίου Νικολάου
και Τσούκας όπου τα εχθρικά πυροβολεία.
Κατά την εις το χωρίον στάθμευσίν μας
μ’όλην μου την σωματικήν εξάντλησιν,
έλαβον τον καιρόν να θαυμάσω την
μεγαλοπρέπειαν τών ενδόξων εκείνων
ορέων. Μακράν εις τον ορίζοντα ένα
κομμάτι αντιπροσωπεύει τον Αμβρακικόν,
δεξιώτερα ως εν πανοράματι η κωνοειδής
τής Κιάφας κορυφή και κατά σειράν τα
άλλα υψώματα, τα απρόσιτα τού Σουλίου,
λευκά, αιχμηρά, άγρια και μεγαλοπρεπή.
Εκεί ιστάμενός τις αισθάνεται δέος προ
της μεγαλουργείας δεν γνωρίζει τι να
θαυμάση.
Η νυξ ήλθε, νυξ παγερά και ασέληνος.
Βαδίζομεν, βαδίζομεν ακαταπαύστως και
την πρωίαν μάς επισκέπτονται αι πρώται
και μοναδικαί εχθρικαί οβίδες. Μοναδικαί
λέγω διότι το τάγμα Κουβέλη και οι λόχοι
9ος και 12ος
του 7ου Συντάγματος
καταλαμβάνουσι τάχιστα τα πυροβολεία
του και εκτοπίζουσι τούς εχθρούς μη
προφθάσαντες ούτε τα όπλα να πάρουν.
Είτα εξακολουθεί μία δαιμονιώδης
προέλασις αι πεπτωκυίαι δυνάμεις
αναζωπυρούνται και ουδείς παραπονείται.
Όλοι έχουν την πεποίθησιν ότι βαδίζομεν
πλέον οριστικώς δια τα Ιωάννινα.
Και όντως την 4ην
απογευματινήν, οτέ πολεμούντες, οτέ
βαδίζοντες αφήνομεν πλέον τα υψώματα
κατερχόμενοι εις Ιωάννινα και δη εις
χωρίον Κοσμερά όπου συγκεντρούται η
φάλαγξ, λόγω του ότι το μικτόν σώμα τού
Μαλάμου βαδίζει δεξιώτερον προς κατάληψιν
πυροβολείων Σαδοβίτσης με την 4ην
Μεραρχίαν, προελάσασαν από Μανωλιάσης
και σχηματίζομεν προφυλακάς διότι η
νυξ μάς κατέλαβε.
Εν τω μεταξύ ο εχθρός πανικόβλητος
υποχωρεί από Σαδοβίτσης. Τα οχυρώματα
Καστρίτσης και Μπιζανίου, όπισθεν τών
οποίων ευρισκόμεθα δεν βάλλουν πλέον.
Κάτω εις την δημοσίαν οδόν ακούεται
κρότος και φωναί υποχωρούντων.
Ελησμόνησα να είπω ότι ημέτερον
ιππικόν προελάσαν το απόγευμα εις την
πόλιν εγένετο αιτία τής τελικής σκέψεως
τού Εσσάτ όπως παραδοθή το ταχύτερον.
Μόνον τμήματά τινα αποχωρούν ατάκτως
όπως ενωθούν με τα συντρίμματα τού Ριζά
πασσά, των πανικοβλήτων εκείνων τού
Σαρανταπόρου και του Σύροβιτς.
Δεν θα βραδύνουν και αυτοί να πιουν
τον καφέν τους εις το Ακταίον, μου
φαίνεται δε ότι ημείς και πάλιν
προοριζόμεθα δια την καταδίωξίν τους.
Την επομένην εισερχόμεθα περί την
3ην μ.μ. εις την πόλιν
εκτελέσαντες μεγάλην εκκαθαριστικήν
προς τ’αριστερά κίνησιν.
Μας υποδέχονται με το τοπικόν ιδίωμα
«καλώς ορίσαταν, καλώς ορίσαταν ορέ
παιδία», περιποίησις μεγάλη, φωναί,
ζήτω, αλλαλαγμοί.
Αυτήν την στιγμήν καθισμένος στην
ιδίαν στρογγυλήν σκηνήν με γραφείον
ένα κιβώτιον τών πολυβόλων έχω απάναντί
μου ένα θαυμάσιον θέαμα, διότι ως και
άλλοτε σού έγραφα η χώρα δεν στερείται
φυσικών καλλονών.
Η λίμνη εις απόστασιν χιλιομέτρου
απλώνει τα γαλανά της νερά ήσυχα ήσυχα.
Τόσον απαλά ώστε να χύνη και στης ψυχές
μας μια γαλήνη και να μας κάμνη να
ονειροπωλώμεν. Μέσα της αντικατοπτρίζει
ένθεν μεν τους υψηλούς και χιονοσκεπείς
τής Ηπείρου γίγαντας ένθεν δε την
ιστορικήν νησίδα και την πόλιν τών
Ιωαννίνων περιεζωσμένην με το φρούριον
τού Αλή Πασσά.
Κατακαϋμένη λίμνη! Τι μυστήρια έχεις
κρύψη στο βάθος σου! Αντιπροσωπεύεις
ένα μικρό Γιλδζ επί Αλή Πασσά. Και εκεί
στο ωραίο σου νησάκι ένα λευκό σπητάκι
αν και κατάλευκο μοιάζει σαν κοιλίς.
Αυτού ωργίαζε το τέρας και αυτού μέσα
πάλιν παρέδωκε την μιαράν του ψυχήν.
Εκεί επάνω στο αντικατοπτριζόμενον
φρούριον ας έχη γαίαν ελαφράν. Εκεί εν
μέσω τών απείρων πυρομαχικών σου, αγρία
ψυχή τού Αλή πασά, ευρέ την ησυχίαν
πλέον. Όσον και αν φρυάξης ο Θεός τού
Ισλάμ δεν υπάρχει πλέον δια σε. Η
ημισέληνος δεν θα κυματίση ποτέ πλέον
επί των επάλξεων τών ημικατεστραμμένων
κάστρων σου και τα οξυδωμένα πυρομαχικά
σου θα μείνουν αυτού αντιπροσωπεύοντα
την αγρίαν και απολίτιστον εποχήν σου.
(Εύρομεν ενταύθα τα πυρομαχικά τού Αλή
Πασά, μπάλες διαφόρων μεγεθών αμέτρητες).
Και θα έχης σύντροφον τής βαθείας νυκτός
τον νεώτερον αδελφόν σου τον Τζαβήν
μπέην δια να σου διηγείται τα άθλα τών
αθλίων γιουνανλήδων, των Μεγάλων Ελλήνων!
Σε φιλώ ο φίλος σου
Γ. Π. Δης
[Εφημερίδα «ΠΑΓΧΙΑΚΗ», Μάρτιος 1913]
ΠΟΛΕΜΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ
2) ΠΟΛΕΜΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ
ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ
ΗΠΕΙΡΟΝ
Ο βίος εις την Ήπειρον. – Κρύο
διαβολεμμένο. – Παρά τας όχθας τού
Λούρου. – Και αεροπλάνον. – Το τάγμα
τού Κουβέλη. – Το περίφημον «Χαμητιέ».
– Σεφκέτ ο Νεότουρκος. – Διαζύγιον με
τον θάνατον.
______________________________________
ΠΙΣΑΤΟ, 10 ή 11 ή 12 Ιανουαρίου 1913(!)
Αγαπητέ Κ…
Έχομεν χάση την ημερομηνίαν. Περνάμε
πολύ άσχημα.
______________________________________
ΚΟΠΑΝΙ, 25 Ιανουαρίου 1913.
Αγαπητέ μου Κ…
Ο τόπος τον οποίον διήλθομεν είναι
κατ’ εξοχήν ορεινός. Ωχριά το υψικόρυφον
Αίπος(1)
προ των ατελειώτων και χιονοσκεπών
Τζουμέρκων, Ζαλόγγων, Λύτσικο και λοιπών
ατελευτήτων οροσειρών τής Ηπειρωτικής
μας χώρας. Εις την αρχήν λαβόντες την
δημοσίαν οδόν από Πρεβέζης, άγουσαν εις
Ιωάννινα και με καλόν αρκετά καιρόν
διήλθομεν ολίγας ώρας ευχαρίστους και
παρηγορητικάς. Οι στρατιώται ελησμόνουν
σχεδόν την Χίον αναπαυόμενοι παρά την
κοίτην τού Λούρου.
Ήτο μαγεία να σταθή κανείς δι’ ολίγα
λεπτά και να απολαύση τής φύσεως εκείνης.
Εδώ η οδός σαν μια λευκή κλωστή τεντωμένη
στην απότομον κλιτύν τού όρους, απέναντι
απορρώγες εκπλήττοντος μεγαλείου (επ’
αυτών πολλάκις και ίχνη προϊστορικής
εποχής).
Κάτω εις βάθος 200 βημάτων γλυκύς και
υπόκωφος ήχος ρεόντων υδάτων αναμιγνυόμενος
με των πουλιών το γλυκύ άσμα. Αλλού
διηρχόμεθα πολύ πλησίον τού Λούρου και
τότε νέοι ορίζοντες δια τον παρατηρητήν.
Με δυό λόγια καλλοναί άξιαι θαυμασμού.
Αλλ’ επληρώσαμεν πολύ κακά τον
ρεμβασμόν αυτόν από του Εμίν Αγά και
άνω. Φθάνει να σου ειπώ ότι έπαθα και
ψύξιν τών ποδών και εκινδύνευσα να
εξαντληθώ τελείως εις την αφιλόξενον
ταύτην γην.
Τώρα από 4-5 ημερών μένομεν ενταύθα
είναι δυό ημέραι τώρα που λαμπρός ο
ήλιος μας αναζωογονεί. Καθ’ όλην την
γραμμήν κρατούμεν τας θέσεις μας με
προφυλακάς. Αυτήν την στιγμήν διήλθεν
άνωθέν μας εν αεροπλάνον.
______________________________________
ΚΟΠΑΝΙ, 1 Φεβρουαρίου 1913
Αγαπητέ μου Κ…
Το τάγμα τού Κουβέλη μετέβη δια
προφυλακάς εις πλησιόχωρον μέρος οπόθεν
επανήλθε χθες το βράδυ. Σήμερον το πρωί
ανεχώρησε πάλιν το τάγμα Κουβέλη
μεταβαίνον εις συνάντησιν τού 1ου
Συντάγματος και ήλθεν εις ημάς το από
Θεσσαλονίκης αποχωρισθέν 2ον
τάγμα.
Σφοδρόν ψύχος και ισχυρός pounentes
με εκράτησεν υπό το αντίσκηνον μέχρι
τής 9 π.μ.
Δεν γνωρίζω αν έφθασαν μέχρις αυτού
αι επιστολαί μου αφ’ ου μάλιστα το
περίφημον «Χαμηδιέ» ενέσπειρε πανικόν
εις την …Ερυθράν Θάλασσαν και το στενόν
τού Σουέζ. Τώρα θα μου επιτρέψης να σου
μεταδώσω και μίαν είδησιν. Προ ολίγου
επίσημος είδησις τού στρατηγείου
ανήγγειλεν εις ημάς ότι Σεφκέτ ο Νεώτερος,
αν και προ πολλού Νεότουρκος, εζήτησεν
την επέμβασιν τών Δυνάμεων. Τι ειρωνεία
αλήθεια δι’ εν κράτος να είναι εν κράτει
και μάλιστα εις τοιαύτας περιστάσεις.
Αλλά μη μιλής καθόλου. Αι ανοησίαι
των θα σας κάμουν ένα ωραίον ελληνικόν
νομόν πράγμα που θα μας ευχαριστήση
υπερβολικά. Δεν θα ήτο κρίμα η ωραία
νύμφη τού Αιγαίου η φιλόξενος και
μυρίπνοος, μέχρι τής χθες «Χίος δούλη»
να γίνη αυτόνομος και όχι Ελλάς;
Καλώς θα ηνόησες προ πολλού έκαμα
διαζύγιον με τον θάνατον.
Γ. Π. Δης.
[Εφημερίδα «ΠΑΓΧΙΑΚΗ», Φεβρουάριος
1913]
_____________
(1)
Βουνό τής κεντρικής Ανατολικής Χίου,
του οποίου το ύψος είναι ασήμαντο
μπροστά σ’ αυτό τών ηπειρωτικών βουνών.
Στο Αίπος, το Νοέμβριο τού 1912, διεξήχθησαν
σφοδρότατες μάχες κατά τών Τούρκων από
τους πολεμιστές οι οποίοι στο τέλος
Δεκεμβρίου 1912 μετέβησαν στα Γιάννενα.
Ένας απ’ αυτούς είναι και ο συγκεκριμένος.
Ο Γιαννιώτης Αϊ Γιάννης
[μαρτύρησε στις 18 Απριλίου 1526 μ.Χ.]
Bληθείς καμίνου εν μέσω Iωάννη,
Xριστώ προσήδες ύμνον ευχαριστίας.
Δεκὰτ Ἰωάννης ὀγδοάτηῃ δέμας ἀπηνῶς καύθη.
Xριστώ προσήδες ύμνον ευχαριστίας.
Δεκὰτ Ἰωάννης ὀγδοάτηῃ δέμας ἀπηνῶς καύθη.
[Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: e-Γιάννινα ~ Μια άλλη ματιά στην πόλη των θρύλλων και των παραδόσεων]
![]() |
Το προνόμιο αυτό, του να κατοικούν οι χριστιανοί Γιαννιώτες μέσα στο Κάστρο, τώχουν χάσει στα 1611, όταν έγινε η επανάσταση του Διονυσίου του Σοφού, που προσωνομάστηκε ύστερα για τούτο από τους Τούρκους Σκυλόσοφος. Έτσι βγήκαν οι χριστιανοί από το Κάστρο, και μπήκαν οι Τούρκοι, έπιασαν τα χριστιανικά σπίτια, γκρέμισαν τες εκκλησιές και τα μανναστήρια που ήταν εκεί κι’ έχτισαν τζιαμιά στην θέση τους.
Μια από τες χριστιανικές συνοικίες, που είχαν χτιστεί τότε έξω από το Κάστρο, πριν διωχτούν απ’ εκεί οι χριστιανοί, ήταν κι η συνοικία του Πλιθοκοποιού. Εκεί κατά τα 1520 ζούσε μια φτωχή οικογένεια, απ’ έναν πατέρα, μια μάννα κι’ ένα παιδί, που λέγονταν Γιαννάκης. Είχαν το σπιτάκι τους κοντά στο σημερινό Γυμναστήριο, που σώζονταν ως τες ημέρες του πάππου μου, αλλ’ είναι τώρα χρόνια, που δεν μπόρεσε να το διατήρηση πλειο η χριστιανική ευσέβεια της συνοικίας, που το θεωρούσε ως κειμήλιο ιερό. Στα 1855 καταστράφηκε τέλεια, το μάχονταν από την μια την μεριά, ο τούρκικος φανατισμός κι’ από την άλλη εκείνοι που διατηρούσαν εκεί τα πλιθοκοποιά.
Ο Γιαννάκης σ’ ηλικία δεκαεφτά-δεκαοχτώ χρονών ήταν θαύμα ομορφιάς. Νόμιζε κανείς ότι δεν ήταν γεννημένος στον κόσμο τούτον, αλλ’ είχε πέσει, σαν αστέρι από τον ουρανό και σκαντάλιζε τα βάσκανα μάτια των Τούρκων, οι οποίοι, αν κι’ είχαν λίγα χρόνια που είχαν αρνηθεί τον Χριστιανισμό, έρεπαν σ’ όλες τες αμαρτίες των Ασιανών Τούρκων. Άλλοι Τούρκοι τον προσωνόμαζαν αυγερινό, άλλοι φεγγάρι κι’ άλλοι ήλιο.
Λέγουν πως μια μέρα πιάστηκαν πεντέξι Τούρκοι εξ αιτίας του, μαχαιρώθηκαν και σκοτώθηκαν στην βρύση, που αφορμής από το γεγονός αυτό ωνομάστηκε «Κανλή Τσιεσμέ» ήτοι αιματωμένη βρύση, που οι Τουρκογιαννιώτες το παρέφθειραν σε «Καλούτσιανη», από την οποία βρύση πήρε τ’ όνομα όλη η συνοικία, που είχε αρχίσει να κατοικιέται, σωζόμενη ως τα σήμερα. Αυτός ο πολλαπλός φόνος συντάραξε τους Τουρκογιαννιώτες κι’ αποφάσισαν, κατόπιν ιερού φετβά να παραδώσουν τον Γιαννάκη ως ηθικόν αυτουργόν στον κατή για να τον καταδικάσει εις θάνατον. Αλλ’ η Μητρόπολη τον παρέλαβε νύχτα και κρυφά τον έκρυψε στο Μοναστήρι των Ασπραγέλων του Ντοβρά, για κάμποσον καιρό κι’ ύστερα τον έστειλε στον Πατριάρχη στην Πόλη. Ήταν τότε Πατριάρχης ο Ιερεμίας ο Ζιτσιώτης, ο οποίος τον σύστησε αμέσως σ’ έναν μεγάλον Χριστιανόν ράφτην, για να μάθη την τέχνη και να βγάζει το ψωμί του.
Ο Γιαννάκης είχε μεγάλη επίδοση στην ραφτικήν κι’ ο αφεντικός του βλέποντας τον καλόν, δουλευτάρη και τίμιον νέον, έβαλε με το νου του να τον κάνη γαμπρόν στην μοναχοθυγατέρα του.
Μια μέρα πέρασε από το κατάστημα ο ιμάμης της συνοικίας και παράγγειλε έναν τζιουμπέ. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες ράφτηκε ο τζιουμπές κι’ επιφορτίστηκε ο Γιαννάκης να τον πάγη στο σπίτι του ιμάμη, για να πάρει και την αξία του. Εκείνη την ώρα έλειπε ο ιμάμης στο τζιαμί και τον δέχτηκε η γυναίκα του η οποία, μόλις τον είδε, έμεινε εκστατική από την «ομορφιά του κι’ έβαλε κι’ αυτή με το νου της να τον κάνη γαμπρό στην μοναχοθυγατέρα της, την Ζουλέϊκα. Δίνοντας τον τζιουμπέ ο Γιαννάκης θέλησε να φύγει και να επιστρέψει στο ραφτάδικο, αλλ’ η ιμάμαινα τον κράτησε με γλυκά λόγια και με γλυκά κεράσματα: αρωματισμένο και χρωματισμένο σερμπέτι και ταούκ-γκιοξού. Σ’ αυτό απάνω έφτασε κι’ ο ιμάμης από το τζιαμί. Έλαβε τον τζιουμπέ, ευχαριστήθηκε και πλήρωσε την αξία του. Ο Γιαννάκης λαβόντας τα χρήματα του τζιουμπέ έφυγε τρεχάτος για το κατάστημα, αφήνοντας στον ιμάμη και στην ιμάμαινα την λάμψη και την γοητεία της ομορφιάς του. Η ιμάμαινα ανεκοίνωσε αμέσως την σκέψη πουχε συλλάβει για τον Γιαννάκη κι’ ο ιμάμης την έγκρινε.
- Βαλαχή! Είπε η ιμάμαινα στον άντρα της, είναι κρίμα νάναι ο Άγγελος αυτός του Αλλάχ γκιαούρης και να πάει στο Τζιεχενέμ η ψυχή του! Πρέπει να γένη μουσουλμάνος κι’ ύστερα θα τον κάνουμε παιδί μας στην Ζουλέϊκά μας…
- Καλά το λες γυναίκα μου, αλλά πρέπει να θέλει και το παιδί να γένη Τούρκος. Δεν γένεται με το στανιό. Ξέρεις τι σκυλιά είναι οι γκιαούρηδες για την ψεύτικη τους θρησκεία; Τους κρεμάς ή τους ρίχνεις στην φωτιά για νάρθουν στην αληθινή μας πίστη κι’ αυτοί δέχονται την κρεμάλα τραγουδώντας ή πηδούν στες φλόγες μέσα χαρούμενοι, για την αγάπη του Ισά.
- Να βρεις τρόπο να ξανάρθει αυτό το γκιαουρόπαιδο στο σπίτι μας κι’ εγώ θα τα καταφέρω!
- Είν’ εύκολος ο τρόπος. Είπ’ ο ιμάμης. Παραγγέλω στον αφεντικό του έναν χιρκά και τ’ αγγελόμορφο παιδί θα μου τον φέρει. Πε μου κι’ εμένα όμως για να ξέρω τι θα κάνη;…
- Να σου ειπώ… θάρθη ο Άγγελος μας με τον χιρκά. Θα τον μπάσω μέσα στον οντά της Ζουλέϊκας, σε λίγο θα μπει μέσα κι’ η Ζουλέϊκά κι’ ύστερα δυο μάρτυρες μουσουλμάνοι θα ιδούν να βγαίνουν από τον οντά ο Άγγελος μας κι’ η Ζουλέϊκά μας, με το πρόσωπο γυμνό, χωρίς τον φερετζιέ της. Οι μάρτυρες θα μαρτυρήσουν αυτό στον κατή, ο κατής θα πιστέψει την μαρτυρία τους, θα τον θεώρηση μουσουλμάνον κι’ εσύ ως ιμάμης θα διαταχτής να τον σουνετέψης.
- Βαλαχή! Πολύ καλά τα λες γυναίκα μου, αλλ’ αν δεν θελήσει;
- Είναι δυνατόν να μην θελήσει, όταν μάλιστα ιδή την Ζουλέϊκά μας; Αν όμως δεν θελήσει, τότε κάχρ ολσούν για να μην χαίρωνται οι γκιαούρηδες τέτοια ομορφιά!
Όπως σχεδίασε η ιμάμαινα έτσι κι’ έγιναν: Πέρασε ο ιμάμης από το ραφτάδικο που δούλευε ο Γιαννάκης και παρήγγειλε τον χιρκά. Ύστερα από δυο μέρες ο Γιαννάκης τον πήγε στο σπίτι του ιμάμη, τον έμπασε η ιμάμαινα στον οντά της Ζουλέϊκας, όπου μπήκε κι’ η Ζουλέϊκά χωρίς τον φερετζιέ της, ύστερα ο ιμάμης, η ιμάμαινα, η Ζουλέϊκά οι δυο μάρτυρες κι’ ο Γιαννάκης μπροστά στον κατή, διαδικασία και καταδίκη του Γιαννάκη εις θάνατον, αν δεν θελήσει να σουνευτή και να γένη μουσουλμάνος.
Ο Γιαννάκης διαμαρτυρήθηκε ότι είναι χριστιανός και δεν αλλάζει την χριστιανική του πίστη κι’ ο κατής διέταξε την προφυλάκιση του, με την κατηγορία ότι είχε σχέσες με μουσουλμάνα και ότι της είχεν υποσχεθεί να γένη μουσουλμάνος και να την συζευχθή.
Έμαθε όλα αυτά ο αφεντικός του Γιαννάκη, έτρεξε στον Πατριάρχη Ιερεμία και του ανέφερε το κακό που βρήκε το αθώο παιδί. Ο Πατριάρχης λυπήθηκε κατάκαρδα μαθόντας τα κι’ έστειλε αμέσως στην φυλακή τον Μέγα Πρωτοσύγκελο να πληροφορηθεί πως είχε γίνει η κατηγορία του και να τον ενίσχυση στον ιερόν αγώνα του Χριστού. Ο Γιαννάκης εξωμολογήθηκε στον Μέγα Πρωτοσύγκελο όλην την αλήθεια, ότι δεν είχε καμιά σχέση με την κόρη του ιμάμη κι’ ότι όλη αυτή την σκευωρία την έπλεξαν η ιμάμαινα κι’ ο ιμάμης, που είχαν βαλθεί να τον τουρκέψουν, για να τον κάνουν γαμπρό κι’ εβεβαίωσε τον απεσταλμένον του Πατριάρχη ότι θα υπόμενε κάθε μαρτύριο, όσο σκληρό κι’ αν θα ήταν και θ’ απέθνησκε ηρωικά προς δόξαν του Χριστού!
Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Όλος ο Χριστιανικός Κόσμος της Πόλης πήγαινε στες εκκλησιές για ν’ ακούσει τα πάθη του Χριστού. Ο Γιαννάκης πάθαινε τα πάνδεινα στη φυλακή για την αγάπη του Χριστού: δαρμούς, σουβλιά στα νύχια των χεριών και των ποδιών του και δαγκάματα των κρεάτων του με τανάλια. Κι’ όμως απαντούσε στους τυράννους του τούρκικα:
- Μπεν χριστιάν ντογντούμ, βε χριστιάν ολετζιέηλε!
Την άλλη μέρα, άγια και Μεγάλη Παρασκευή, ήρθαν στην φυλακή ο ιμάμης με την γυναίκα του και με την θυγατέρα τους την Ζουλέϊκά και παρακαλούσαν με αληθινά δάκρυα τον Γιαννάκη ν’ αρνηθεί την πίστη του Χριστού και να γίνει Τούρκος, να γλυτώσει την ζωή του και ν’ απόλαψη όλα τ’ αγαθά του Κόσμου, δόξες και τιμές αλλ’ ο Γιαννάκης τους απαντούσε με ιερόν θυμόν κι’ ιερήν αγανάκτηση:
- Η πίστη του Χριστού μου είναι η αληθινή, η δική σας είναι ψεύτικη και πεθαίνω ευχαρίστως για τον Χριστό, που πέθανε σαν σήμερα απάνω στον Σταυρό για την σωτηρία του Κόσμου.
Έφυγαν βαρύθυμοι ο ιμάμης με την γυναίκα του και με την κόρη του και πήγαν και παρακάλεσαν τον κατή ν’ αναβάλει την εκτέλεση της θανατικής ποινής του Γιαννάκη για οχτώ μέρες και να διάταξη να μην τον τυραννούν ως εκείνην την ημέρα, με την ελπίδα ότι ενδέχονταν ν’ αλλάξει γνώμη και να γένονταν Τούρκος. Τον αγαπούσαν και τον συμπονούσαν αληθινά, αν κι’ αυτοί ήταν οι αίτιοι των βασάνων του και του επικείμενου θανάτου του. Και ποιος πατέρας και ποια μάννα δεν θα ήθελαν να κάνουν γαμπρό στην μοναχοθυγατέρα τους έναν επίγειον άγγελον, σαν τον Γιαννάκη;
Την ημέρα του Μεγάλου Πάσχα τώστειλε ο Πατριάρχης μ’ έναν διάκο του δέκα κόκκινα αυγά, μια πλάτη ψημένου αρνιού και τρεις προσφορές της πατριαρχικής λειτουργίας μαζί με μήνυμα να μείνει ακλόνητος στην πίστην του Χριστού, πράγμα πολύ τολμηρό σ’ εκείνον τον καιρό που βασίλευε στες δυο Ήπειρες και στες δυο θάλασσες ο Σουλτάν Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, ο μεγαλύτερος Σουλτάνος της Τουρκίας, πούχε εκτείνει τες κατάκτησες του, από την μια μεριά προς την Δύση ως την Βιέννη κι’ από την άλλη, προς την Ανατολή, ως το κέντρο της Περσίας. Αληθινά πολύ τολμηρό σ’ εκείνους τους μαύρους καιρούς για το ελληνικόν Έθνος που δεν άξιζε πλειότερο από ένα κρομμύδι το κεφάλι ενός χριστιανού ραγιά.
Μόλις έλαβε τα πατριαρχικά δώρα ο Γιαννάκης, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του κι’ άρχισε να ψάλλει το «Χριστός ανέστη». Τόψαλλε με τέτοια ψυχική διάθεση κι’ ευχαρίστηση, που έκανε τους δήμιους του να εκπλαγούν για την αγγελική του φωνή και μην εννοώντας την γλώσσα μας, να τον παρακαλούν να το λέγει όσες φορές ήθελε την ημέρα και την νύχτα, γιατί δεν ήξεραν ότι εκείνο που νόμιζαν αυτοί ωραίο τραγούδι ήταν το πρώτο και το μεγάλο σάλπισμα της ανάστασης του Χριστού και της σωτηρίας του ανθρώπινου Γένους!
Ο Πατριάρχης Ιερεμίας, για να σώσει τον πατριώτη του τον Γιαννάκη, πήγε ως τον Μέγαν Βεζύρην Ιμπραχήμ-πασιάν, Παργηνόν εξωμότην, ευνοούμενον και δεξί χέρι του Σουλτάνου Σουλεϊμάν αλλ’ ήταν φευγάτος εκείνες τες ημέρες για την Ουγγαρία και την Αυστρία. Αυτός, αν και εξωμότης βοηθούσε πάντα τους Χριστιανούς όταν μπορούσε να το κάνη, χωρίς να εκτεθεί στα μάτια των Τούρκων. Μ’ αυτά δεν είχεν απομείνει άλλο για τον καϋμένον το Γιαννάκη, παρά το μαρτυρικό στεφάνι που θα φορούσε την Παρασκευή της Πασκαλιάς.
Ξημέρωσε κι’ η Παρασκευή της Πασκαλιάς!
Ο Γιαννάκης ετοιμάστηκε για να υποστεί την θανατική του καταδίκη, μην θέλοντας ν’ αρνηθεί τον Χριστόν του, με όσες δελεαστικές προτάσες τώστελναν στην φυλακή ο ιμάμης κι’ η ιμάμαινα κάθε μέρα. Την ορισμένη ώρα παρουσιάστηκαν εκεί, ο κατής, ο ιμάμης με την ιμάμαινα, οι δυο Τούρκοι μάρτυρες κι’ ένας παπάς των Πατριαρχείων με την θείαν κοινωνίαν για να μεταλάβει τον μελλοθάνατον μάρτυρα, αν θάμενε ως την τελευταία στιγμή σταθερός στην πίστη του Χριστού.
Στες φυλακές εκείνην την ιερήν στιγμήν επάλευαν ο Χριστιανισμός με τον Μωαμεθανισμόν, ο Ελληνισμός με τον Τουρκισμόν, η Εκκλησιά με το Τζιαμί, η Αδυναμία με την ισχυρή Βία, και το Φως της Ελευθερίας με το Σκότος της Δουλείας και της βαρβαρότητας !…
Ο κατής ερώτησε τον κατάδικον Γιαννάκην:
- Εξακολουθάς ν’ αρνιέσαι τον αληθινόν Προφήτην του Θεού Μωαμέτην;
Κι’ ο Γιαννάκης απάντησε θαρραλέος:
- Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα, τον υιόν του Ιησούν Χριστόν και το Άγιον Πνεύμα και σε κανέναν άλλον!
Ύστερα ο κατής στρεφόμενος προς τους δυο Τούρκους μαρτύρους, τους ερώτησε:
- Τον είδατε εσείς, με τα μάτια σας τον κατηγορούμενον, να βγαίνει απ’ αυτόν τον οντάν με την θυγατέρα του ιμάμη Ζουλέϊκαν, χωρίς να φοράει τον φερετζιέ της;
Κι’ οι μάρτυρες αποκρίθηκαν:
- Βαλλαχή! Μπιλιαχή! Τον είδαμε να βγαίνει από τον οντά, μαζί με την θυγατέρα του ιμάμη, χωρίς τον φερετζιέ της.
Τότε ο κατής είπε στον παπά του Πατριαρχείου, που περίμενε με το αρτοφόρι:
- Είναι δικός σας και κάνετε ό,τι ορίζει η ψευτοθρησκεία σας.
Ο παπάς πρόσφερε στον μελλοθάνατον κατάδικο την θείαν κοινωνίαν, σάρκα κι’ αίμα του Χριστού κι’ έψαλε κλαίοντας το «Μετά πνευμάτων δικαίων την ψυχήν του δούλου σου του Ιωάννου, Σώτερ, ανάπαυσον …»
Ο κατής έγραψε σ’ ένα κομμάτι χαρτί τον τυπικόν γιαφτά και τον κρέμασε στον λαιμό του Γιαννάκη. Ο γιαφτάς έλεγε: «Επειδή ο Γιαννιώτης Γιαννάκης αρνήθηκε ν’ αναγνώριση τον αποσταλμένον του αληθινού Θεού πεϊγαμπέρ Μωαμέτη, καταδικάζεται να καεί ζωντανός. Έτσι τιμωρούνται όσοι αρνιούνται την αληθινήν πίστην του θεού και του προφήτη του Μωαμέτη».
Στην αυλή της φυλακής είχεν αναφτεί μια μεγάλη φωτιά. …
Έφεραν εκεί οι δήμιοι τον αγιασμένον νεομάρτυρα Γιαννάκη της συνοικίας του Πλιθοκοποιού του Γιαννίνου και τον έρριξαν απάνω στες φλόγες, ενώ αυτός έψαλε χαρούμενος:
- «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω, θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Ο παπάς γύρισε στο Πατριαρχείο περίχαρος για τον θρίαμβο και την νίκη της Χριστιανικής θρησκείας, κι’ ο κατής με τον ιμάμη, την ιμάμαινα και τους δυο μαρτύρους έφυγαν κατησχημένοι.
Μαθόντας ο Ζιτσιώτης Πατριάρχης Ιερεμίας το μαρτύριο του συμπατριώτη του Γιαννάκη, εθαύμασε την σταθερή του πίστη προς τον Χριστόν κι’ η Μεγάλη Εκκλησία τον εκήρυξε άγιο και τον γιορτάζει στες 18 Απριλίου.
______________________
Aπό το βιβλίο του Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Γιαννιώτικα διηγήματα», των εκδόσεων Ροές.
______________________________________
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Γόνος κάλλιστος, Ἰωαννίνων, κλέος ἔνθεον, τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε, τῶν γὰρ Μαρτύρων ζηλώσας τὴν ἄθλησιν, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος γ´. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὡς τερπνόν σε φοίνικα, Ἰωαννίνων ἡ πόλις, εὐκλεῶς βλαστήσασα, κατατρυφᾷ τῆς σῆς δόξης, πόθῳ γάρ, τῷ τοῦ Δεσπότου λαμπρῶς ἀθλήσας, τέθυσαι, ὡς ὁλοκάρπωμα τῇ Τριάδι· διὰ τοῦτο Ἰωάννη, θαυμάτων βρύεις χάριν ἀέναον.
Κάθισμα
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν ἄνωθεν δύναμιν, ἐνδεδυμένος καλῶς, ποινῶν κατεφρόνησας καὶ ἀπειλῶν καὶ φρουράς, ἀνδρείῳ φρονήματι, ὅθεν καὶ ὡς ἐπέβης, τῷ πυρὶ γηθοσύνως, ἔφλεξας τὴν ἀπάτην, τῷ πυρὶ τῶν σῶν πόνων, διὸ σὲ Ἰωάννη, Χριστὸς ἐθαυμάστωσε.
Ὁ Οἶκος
Κλήσει σαφῶς ἀκολουθῶν, χάριτος ὤφθης σκεῦος, τρόποις καὶ ἤθεσι σεμνοῖς, καὶ καθαρότητι ζωῆς, κλεινὲ κεκοσμημένος· καὶ τῇ θείᾶ χαριτωθεὶς ἀγάπῃ, τὸ αἷμά σου ὑπὲρ Χριστοῦ, προείλου ὅλῃ τῇ ψυχῇ, ἐκχέαι Ἰωάννη· ἔνθεν μαρτυρικῷ ἀναφλεχθεὶς ζήλῳ, πρὸς μαρτυρίου ἀπεδύσω ἀγῶνας, νεότητος ἄνθος, καὶ κόσμου ἡδέα ὑπεριδὼν ὡς φθειρόμενα καὶ Χριστὸν ὁμολογήσας, ᾔσχυνας τῆς πλάνης τὴν ὀφρύν, καὶ πλείστοις προσωμίλησας βασάνοις, ἀπεριτρέπτῳ φρονήματι· καὶ ἐν πυρᾷ ὡμοτάτως ῥιφθείς, καὶ ἐν αὐτῇ τὸν αὐχένα τμηθείς, ὡς θῦμα εὐπρόσδεκτον, καὶ προσφορὰ τελειότατη, καὶ θυμίαμα εὔοσμον τῷ Χριστῷ προσηνέχθης· παρ’ οὗ λαμπρῶς δοξασθείς, θαυμάτων βρύεις χάριν ἀέναον.
Μεγαλυνάριον
Ἄνθος εὐωδέστατον καὶ τερπνόν, τῶν Ἰωαννίνων ἀνεδείχθης Μάρτυς Χριστοῦ, καὶ λαμπρῶς ἀθλήσας, εὐφραίνεις Ἰωάννη, χαρίτων εὐωδίᾳ, πιστῶν τὸ πλήρωμα.
Αφιέρωμα στη ΝΕΤ για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Ηπείρου
100 χρόνια ελεύθερη Ήπειρος
Στη Μηχανή του Χρόνου με τον Χρίστο Βασιλόπουλο.Έκτακτη δίωρη επετειακή εκπομπή.
Πέμπτη 11 Απριλίου 2013 - απόγευμα: 16.00-18.00, στη ΝΕΤ.
Με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Ηπείρου, η «Μηχανή του Χρόνου» παρουσιάζει σε δύο εκπομπές- ντοκιμαντέρ για τις θρυλικές μάχες των οχυρών του Μπιζανίου που ολοκλήρωσαν το διπλασιασμό των συνόρων της Ελλάδας κατά τον Α΄ βαλκανικό πόλεμο.
Τα γυρίσματα της εκπομπής, που κράτησαν πολλούς μήνες, έγιναν στα πεδία των μαχών, ενώ για τις ανάγκες της ιστορικής αφήγησης έγιναν αναπαραστάσεις με την συμμετοχή μεγάλου αριθμού πολιτών και στρατιωτικών.
Δείτε το Τρέιλερ της εκπομπής:
Α΄ μέρος: ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ
Β΄ μέρος: O ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ




100 χρόνια Ελεύθερη Ηπειρος. Έκτακτο δίωρο αφιέρωμα.
Στη Μηχανή του Χρόνου με τον Χρίστο Βασιλόπουλο.
Πέμπτη, 11 Απριλίου στις 16.00-18.00 από τη ΝΕΤ.
Β΄ μέρος: O ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ
Με
τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Ηπείρου, η «Μηχανή
του Χρόνου» παρουσιάζει σε δύο εκπομπές- ντοκιμαντέρ για τις θρυλικές
μάχες των οχυρών του Μπιζανίου που ολοκλήρωσαν το διπλασιασμό των
συνόρων της Ελλάδας κατά τον Α΄ βαλκανικό πόλεμο.

Στο
πρώτο μέρος η έρευνα επικεντρώνεται σε μια άγνωστη σελίδα των
Βαλκανικών πολέμων: στο έπος των εθελοντών μαχητών, που συνέρρευσαν από
την πρώτη στιγμή στα στρατολογικά γραφεία για να πολεμήσουν στην πρώτη
γραμμή. Βουλευτές άφησαν τα έδρανα της βουλής και ντύθηκαν στο χακί,
μαζί με γιους αλλά και κόρες πρωθυπουργών, ολυμπιονίκες, δημάρχους και
κυρίες της αριστοκρατίας των Αθηνών. Ακόμα και μετανάστες στην Αμερική
πούλησαν όσο-όσο τις επιχειρήσεις τους και έκαναν το υπερπόντιο ταξίδι
για να πολεμήσουν. Ξεχωριστή σελίδα αποτελεί η άγνωστη ιστορία του
τάγματος των Γαριβαλδινών από την Ιταλία, οι «διεθνείς ταξιαρχίες της
Ελλάδας», που συντάχτηκαν με αυταπάρνηση στο αγώνα των Ελλήνων και
πολλοί από αυτούς άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πανίσχυρα οχυρά του
Μπιζανίου, οργανωμένα αριστοτεχνικά από γερμανούς επιτελικούς.

Εμβληματικός
ήταν ο θάνατος του ποιητή και βουλευτή Λορέντζου Μαβίλη, που ξεψύχησε
στις παρυφές των Ιωαννίνων με τα λόγια: «δεν περίμενα τέτοια τιμή, να
δώσω τη ζωή μου για την Ελλάδα».
Το
δεύτερο μέρος μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, φωτογραφίες και απόρρητα
έγγραφα που προβάλλονται για πρώτη φορά, ρίχνει φως στην πεντάμηνη
πολιορκία που προηγήθηκε της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων. Οι καιρικές
συνθήκες και τα παρασκηνιακά διπλωματικά παιχνίδια έφτασαν τον ελληνικό
στρατό στα όριά του, ενώ παράλληλα, στην πολιορκημένη πόλη που υπέφερε
από την πείνα, διαδραματιζόταν ένας άλλος πόλεμος, υπόγειος και εξίσου
επικίνδυνος: ο πόλεμος των κατασκόπων. Άνδρες και γυναίκες όλων των
τάξεων, αγνόησαν τις αγχόνες των τούρκων και στρατολογήθηκαν στο
κατασκοπευτικό δίκτυο. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η προσφορά του Νικολάκη
εφέντη, ομογενή αξιωματικού από τη Μικρά Ασία, που υπηρετούσε σε ανώτερα
κλιμάκια του τουρκικού στρατού και πλήρωσε τις πληροφορίες που έδωσε με
τη ζωή του.

Στην
τελική επίθεση δεν υπήρξε κανείς που να μην προσέφερε: οι γυναίκες της
ηπείρου ανέβασαν κανόνια στις απόκρημνες κορυφές των βουνών, οι
κατάσκοποι διέσπειραν ψευδείς πληροφορίες για το παράτολμο σχέδιο των
Ελλήνων επιτελικών και οι εύζωνες με τη γενναιότητά τους κατάφεραν να
φέρουν ξανά τη γαλανόλευκη στους ιστούς της ιστορικής πόλης.
Τα
γυρίσματα της εκπομπής, που κράτησαν πολλούς μήνες, έγιναν στα πεδία
των μαχών, ενώ για τις ανάγκες της ιστορικής αφήγησης έγιναν
αναπαραστάσεις με την συμμετοχή μεγάλου αριθμού πολιτών και
στρατιωτικών.

Στην
εκπομπή περιγράφουν γνωστά και άγνωστα γεγονότα του αγώνα για την
απελευθέρωση των Ιωαννίνων οι ιστορικοί Βασίλης Αναστασόπουλος, Ιωάννης
Παπαφλωράτος, Μαίρη Κωστή, Λίνα Δημητρίου, Κώστας Σταματόπουλος, ο
ιστορικός του Μουσείου Μπενάκη Τάσος Σακελλαροπουλος, ο Διευθυντής του
ιδρύματος Ελ. Βενιζέλος Νίκος Παπαδάκης, οι πανεπιστημιακοί Γεώργιος
Καψάλης, Ιωάννης Σταυρουλάκης, ο αντιστράτηγος ε.α. Σταύρος Δερματάς, ο
αντιστράτηγος ε.α. Παναγιώτης Ζάρας, ο αντισυνταγματάρχης Ανάργυρος
Καταραχιάς, ο πρόεδρος Εταιρίας Ηπειρωτικών Μελετών Κώστας Βλάχος,
ο πρώην δήμαρχος Ιωαννίνων Αναστάσιος Παπασταύρος, ο δημοσιογράφος
Παναγιώτης Τζόκας, ο Γ.Γ. Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφεων Ηπείρου
Αλέξανδρος Φαρμάκης, ο αντιπρόεδρος της Εθνολογικής Εταιρίας Νίκος Ρωκ
Μελάς, ο απόγονος της οικογένειας Τσικλητήρα Ηρακλής Τσικλητήρας, ο
εκπαιδευτικός Μιχάλης Δάλλας και ο συλλέκτης Πάνος Τσιλίκης.
100 χρόνια Ελεύθερη Ηπειρος. Έκτακτο δίωρο αφιέρωμα.
Στη Μηχανή του Χρόνου με τον Χρίστο Βασιλόπουλο.
Πέμπτη, 11 Απριλίου στις 16.00-18.00 από τη ΝΕΤ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























